Μετάβαση στο περιεχόμενο

enrol

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας enrol
γ΄ ενικό ενεστώτα enrols
αόριστος enroled
παθητική μετοχή enroled
ενεργητική μετοχή enroling

enrol (en) (ΗΒ) και enroll (ΗΠΑ)

  1.  δείτε τη λέξη enroll