enrol
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | enrol |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | enrols |
| αόριστος | enroled |
| παθητική μετοχή | enroled |
| ενεργητική μετοχή | enroling |
enrol (en) (ΗΒ) και enroll (ΗΠΑ)
- → δείτε τη λέξη enroll
| ενεστώτας | enrol |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | enrols |
| αόριστος | enroled |
| παθητική μετοχή | enroled |
| ενεργητική μετοχή | enroling |
enrol (en) (ΗΒ) και enroll (ΗΠΑ)