enroll

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας enroll
γ΄ ενικό ενεστώτα enrolls
αόριστος enrolled
παθητική μετοχή enrolled
ενεργητική μετοχή enrolling

enroll (en) (ΗΠΑ) και enrol (ΗΒ)

  1. εγγράφω, εγγράφομαι
    I enroll my kids for school.
    Εγγράφω τα παιδιά μου σ’ένα σχολείο.
    I enroll in a class - εγγράφομαι σε μια τάξη
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη register

Πηγές[επεξεργασία]

  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 256. ISBN 9780194325684. , λήμμα: εγγράφω