enseignement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

enseignement < enseigner

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
enseignement enseignements

enseignement (fr) αρσενικό

  1. (μόνο στον ενικό) εκπαίδευση
    Entrer dans l'enseignement. Μπαίνω στην εκπαίδευση (στο επάγγελμα του εκπαιδευτικού).
  2. διδασκαλία
    L'enseignement des mathématiques. Η διδασκαλία των μαθηματικών.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

δείτε τη λέξη: enseigner

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]