entail

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
ενεστώτας entail
γ΄ ενικό ενεστώτα entails
αόριστος entailed
παθητική μετοχή entailed
ενεργητική μετοχή entailing

entail (en)

  • συνεπάγεται κάτι που δεν μπορεί να αποφευχθεί
    This entails a lot of work.
    Αυτό συνεπάγεται πολλή δουλειά.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη involve