entail

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

entail (en)

  1. συνεπάγομαι (απαιτώ)
    this activity will entail careful attention to detail