entendido
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | entendido | entendidos |
| θηλυκό | entendida | entendidas |
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /en̪.t̪en̪ˈd̪i.ð̞o/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : en‐ten‐di‐do
Επίθετο
[επεξεργασία]entendido (es) αρσενικό
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]entendido (es) αρσενικό
Πηγές
[επεξεργασία]- entendido - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.