Μετάβαση στο περιεχόμενο

entendido

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό entendido entendidos
θηλυκό entendida entendidas

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /en̪.t̪en̪ˈd̪i.ð̞o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: entendido

Επίθετο

[επεξεργασία]

entendido (es) αρσενικό

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

entendido (es) αρσενικό