Μετάβαση στο περιεχόμενο

entracte

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
entracte entractes

entracte (fr) αρσενικό