entrail

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

entrail (en)

  1. εσωτερικό όργανο του σώματος
  2. entrails: τα εντόσθια