Μετάβαση στο περιεχόμενο

envahissement

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
envahissement envahissements

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

envahissement (fr) αρσενικό