Μετάβαση στο περιεχόμενο

envejecer

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
envejecer < en- + vejez + -ecer

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /em.be.xeˈθeɾ/ (Ισπανία)
ΔΦΑ : /em.be.xeˈseɾ/ (Λατινική Αμερική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: esvejecer

envejecer (es)

  1. (μεταβατικό) (αμετάβατο) γερνάω, γηράσκω κάποιον
    παράδειγμα  La pobreza envejece a la gente. – Η φτώχεια γερνάει τους ανθρώπους.
    παράδειγμα  Mi abuelo envejece poco a poco. – Ο παππούς μου γερνάει σιγά σιγά.
    παράδειγμα  La ropa está envejeciendo y desgastándose. – Τα ρούχα γερνούν και φθείρονται.
  2. (αμετάβατο) (τεχνολογία) παλιώνω
    παράδειγμα  Con el tiempo, los plásticos se van envejeciendo y van rompiéndose más fácilmente. – Με τον καιρό, τα πλαστικά παλιώνουν και σπάνε εύκολα.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]