Μετάβαση στο περιεχόμενο

envergure

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
envergure envergures

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

envergure (fr) θηλυκό

  1. η έκταση, διάσταση
  2. το άνοιγμα φτερών