equate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | equate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | equates |
| αόριστος | equated |
| παθητική μετοχή | equated |
| ενεργητική μετοχή | equating |
Ρήμα
[επεξεργασία]equate (en)
- εξισώνω, θεωρώ ότι κάποιος ή κάτι είναι ίσος ή όμοιος με κάποιον ή με κάτι άλλο
Lazy people are equated with hard workers when there’s no differentiation in compensation for work.
- Εξισώνονται οι τεμπέληδες με τους εργατικούς, όταν δεν υπάρχει διαφοροποίηση στην αμοιβή της εργασίας.