erinnern

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

erinnern 

Ρήμα[επεξεργασία]

erinnern (de)

  • θυμάμαι, αποστηθίζω
    ich kann mich nicht erinnern wo ich mein Buch gelassen habe - δεν μπορώ να θυμηθώ πού άφησα το βιβλίο μου