Μετάβαση στο περιεχόμενο

eritrocito

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: eritrócito

Γαλικιανά (gl)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

eritrocito < eritro- + -cito

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

eritrocito (gl) αρσενικό



Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
eritrocito < eritrocit- + -o

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική eritrocitoeritrocitoj
αιτιατική eritrocitoneritrocitojn

eritrocito (eo)



Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
eritrocito eritrocitos

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

eritrocito <λατινική erythrocytus

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.ɾi.t̪ɾoˈsi.t̪o/ (Λατινική Αμερική)
ΔΦΑ : /e.ɾi.t̪ɾoˈθi.t̪o/ (Ισπανία)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

eritrocito (es) αρσενικό

  1. (ανατομία) ερυθροκύτταρο.
    παράδειγμα  «— Los rayos ultravioleta aumentan el riego sanguíneo y número de eritrocitos, así como el contenido de hemoglobina».
    παράδειγμα  «— Οι υπεριώδεις ακτίνες αυξάνουν την αιματική ροή και τον αριθμό των ερυθροκυττάρων, καθώς και την περιεκτικότητα της αιμοσφαιρίνης.»

Συγγενικά

[επεξεργασία]