eritrocito
Εμφάνιση
Γαλικιανά (gl)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]eritrocito (gl) αρσενικό
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- eritrocito < eritrocit- + -o
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | eritrocito | eritrocitoj |
| αιτιατική | eritrociton | eritrocitojn |
eritrocito (eo)
- (ανατομία) το ερυθροκύτταρο
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| eritrocito | eritrocitos |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]eritrocito <λατινική erythrocytus
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.ɾi.t̪ɾoˈθi.t̪o/ (Ισπανία)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]eritrocito (es) αρσενικό
- (ανατομία) ερυθροκύτταρο.
«— Los rayos ultravioleta aumentan el riego sanguíneo y número de eritrocitos, así como el contenido de hemoglobina».
«— Οι υπεριώδεις ακτίνες αυξάνουν την αιματική ροή και τον αριθμό των ερυθροκυττάρων, καθώς και την περιεκτικότητα της αιμοσφαιρίνης.»
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- eritrocito - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.