erratic

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

erratic (en)

  1. ασταθής, απρόβλεπτος, αλλοπρόσαλλος, χωρίς συνοχή
  2. παρεκκλίνων, ιδιόμορφος, εκκεντρικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

erratic (en)

  • (γεωλογία) παγετόβραχος, παγετώνιος βράχος, παγετόλιθος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]