escalier

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

escalier 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
escalier escaliers

escalier (fr) αρσενικό

  • (συνήθως στον πληθυντικό) η σκάλα