Μετάβαση στο περιεχόμενο

espina

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
espina espinas

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
espina < παλαιά ισπανική espina < λατινική spina

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /esˈpina/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

espina (es) θηλυκό

  1. (βοτανική) το αγκάθι
    παράδειγμα Ten cuidado, las flores tienen espinas.
         Πρόσεχε, τα λουλούδια έχουν αγκάθια.
  2. (ιχθυολογία) το ψαροκόκαλο
    παράδειγμα Ten cuidado al comer el pescado, puede tener espinas.
         Πρόσεχε όταν τρως το ψάρι, μπορεί να έχει ψαροκόκαλα.
  3. (ανατομία) η σπονδυλική στήλη