esquerdo
Εμφάνιση
Πορτογαλικά (pt)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| ενικός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | esquerdo | esquerdos |
| θηλυκό | esquerda | esquerdas |
esquerdo (pt)
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- à esquerda - στα αριστερά
| ενικός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | esquerdo | esquerdos |
| θηλυκό | esquerda | esquerdas |
esquerdo (pt)