estimable

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
estimable estimables

estimable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (παρωχημένο) που μπορεί να εκτιμηθεί
  2. αξιότιμος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: estimer