Μετάβαση στο περιεχόμενο

estingi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
estingi < λείπει η ετυμολογία
ρήμα estingi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας estingas estinganta estingata
αόριστος estingis estinginta estingita
μέλλοντας estingos estingonta estingota
υποθετική estingus - -
προστακτική estingu - -

estingi (eo)