estranged
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | estranged |
| συγκριτικός | more estranged |
| υπερθετικός | most estranged |
Επίθετο
[επεξεργασία]- σε διάσταση, κατάσταση κατά την οποία το αντρόγυνο ζει χώρια χωρίς όμως να έχει πάρει ακόμα διαζύγιο
Many couples who are estranged eventually reconcile.
- Πολλά ζευγάρια που βρίσκονται σε διάσταση τελικά συμφιλιώνονται.
He’s estranged from his wife.
- Ζει χώρια από τη γυναίκα του.
- αποξενωμένος, δεν είμαι πλέον φιλικός ή σε επαφή με κάποιον
I, myself, always felt estranged from my parents and, as a consequence of that, looked elsewhere for the love that they were unable to offer me.
- Κι ο ίδιος ένιωθα πάντα αποξενωμένος από τους γονείς μου και σαν συνέπεια αυτού αναζητούσα αλλού την αγάπη που εκείνοι αδυνατούσαν να μου προσφέρουν.