Μετάβαση στο περιεχόμενο

etendi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
etendi < γαλλική étendre
ρήμα etendi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας etendas etendanta etendata
αόριστος etendis etendinta etendita
μέλλοντας etendos etendonta etendota
υποθετική etendus - -
προστακτική etendu - -

etendi (eo)