Μετάβαση στο περιεχόμενο

ethically

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός ethically
συγκριτικός more ethically
υπερθετικός most ethically

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ethically < ethical + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ethically (en)

  • ηθικά
    παράδειγμα  This decision was not ethically right.
    Η απόφαση αυτή δεν ήταν ηθικά σωστή.
    παράδειγμα  The company decided to operate ethically, without exploiting its employees.
    Η επιχείρηση αποφάσισε να λειτουργεί ηθικά, χωρίς να εκμεταλλεύεται τους εργαζομένους της.