ethically
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | ethically |
| συγκριτικός | more ethically |
| υπερθετικός | most ethically |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]ethically (en)
- ηθικά
This decision was not ethically right.
- Η απόφαση αυτή δεν ήταν ηθικά σωστή.
The company decided to operate ethically, without exploiting its employees.
- Η επιχείρηση αποφάσισε να λειτουργεί ηθικά, χωρίς να εκμεταλλεύεται τους εργαζομένους της.