etymologia
Εμφάνιση
Πολωνικά (pl)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- etymologia < ελληνιστική κοινή ἐτυμολογία.
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]etymologia (pl) θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]- etymolog
- etymologicznie
- etymologiczny
- etymologizowanie
- etymologizować
- etymolożka
- etymon
- zetymologizowanie
- zetymologizować
Φινλανδικά (fi)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- etymologia < ελληνιστική κοινή ἐτυμολογία.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]etymologia (fi)