evil

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

evil (en)

  1. κακός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

evil (en)

  1. το κακό
    the necessary evil: το αναγκαίο κακό