Μετάβαση στο περιεχόμενο

evlilik

Από Βικιλεξικό

Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
evlilik < evli (παντρεμένος) + -lik

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

evlilik (tr)

  • ο γάμος, νόμιμη συνένωση μεταξύ δύο ανθρώπων