Μετάβαση στο περιεχόμενο

evo

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

evo < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἐγώ, με τροπή του γ σε [v].

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

evo (evò)

η προσωπική αντωνυμία (κατωιταλικά)
αριθμός ενικός
πρόσωπα 
πτώσεις 
πρώτο δεύτερο τρίτο
ονομαστική evo, ivo esu, isu (e)cino, -i, -o2
γενική mu, mu1 su, su1 tu1, ti(s)1, tu1
αιτιατική emena, emea,
imena, imea, me1
esena, esea,
isena, isea, se1
to(n)1, ti(n)1, to1
αριθμός πληθυντικός
πρόσωπα 
πτώσεις 
πρώτο δεύτερο τρίτο
ονομαστική emi(se), imi esi(se), isi (e)cini, -e(s), -a2
γενική ema, ma1 esa, isa, sa1 to(s)1
αιτιατική ema, ma1 esa, isa, sa1 tu(s)1, te(s)1, ta1
1. Αδύναμος τύπος.
2. Έχει ξεχωριστή κλίση ως δεικτική αντωνυμία. Δείτε την για λεπτομέρειες.

Ίντο (io)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

evo (io)