Μετάβαση στο περιεχόμενο

exécutable

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
exécutable exécutables

Επίθετο

[επεξεργασία]

exécutable (fr) αρσενικό ή θηλυκό