ex post facto

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

ex post facto (fr) αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

  1. μεταγενέστερος ενός γεγονότος
  2. (νομική) αναδρομικός
     συνώνυμα: rétroactif