excentrique
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| excentrique | excentriques |
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɛk.sɑ̃.tʁik/
- ⓘ
- ομόηχο: excentriques
Επίθετο
[επεξεργασία]excentrique (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- εκκεντρικός, έξαλλος
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ νέα ελληνικά: εξαντρίκ
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- excentrique - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- excentrique - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé