except

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

except (en)

  1. εξαιρώ
  2. εναντιώνομαι
     συνώνυμα: take exception

Πρόθεση[επεξεργασία]

except (en)

Σύνδεσμος[επεξεργασία]

except (en)

  1. εκτός από το ότι
  2. παρά μόνο

επιλογή κατάλληλων προθέσεων[επεξεργασία]