Μετάβαση στο περιεχόμενο

exchange rate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
exchange rate exchange rates

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
exchange rate <  δείτε τις λέξεις exchange και rate

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

exchange rate (en)

  • (οικονομία) η ισοτιμία, η σχέση της ονομαστικής αξίας ενός νομίσματος προς το νόμισμα άλλης χώρα
    παράδειγμα  Currency conversion is based on the exchange rate.
    Η μετατροπή του νομίσματος γίνεται βάσει της ισοτιμίας.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]