excipient

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

excipient < λατινική excipiens < excipere (δέχομαι)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
excipient excipients

excipient (fr) αρσενικό

  1. (στη φαρμακολογία) ουδέτερη ουσία ενός φαρμάκου που διευκολύνει την κατάποσή του