Μετάβαση στο περιεχόμενο

excitant

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό excitant excitants
θηλυκό excitante excitantes

excitant (fr)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
excitant excitants

excitant (fr) αρσενικό

  1. διεγερτικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη exciter