Μετάβαση στο περιεχόμενο

exclusively

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός exclusively
συγκριτικός more exclusively
υπερθετικός most exclusively

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
exclusively < exclusive + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

exclusively (en)

  • αποκλειστικά
    παράδειγμα  He questioned whether the accident was exclusively the truck driver’s fault.
    Αμφισβήτησε αν το ατύχημα ήταν αποκλειστικά ευθύνη του οδηγού του φορτηγού.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη solely