excrucio

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

excrucio < ex + crucio < crux (σταυρός)

Ρήμα[επεξεργασία]

excrucio (la) (excruciō1, excruciāvī, excruciātum, excruciāre)

Κλίση[επεξεργασία]