exemplo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
exemplo exemplos

exemplo (pt) αρσενικό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • por exemplo - για παράδειγμα, παραδείγματος χάριν