exercise

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

exercise (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

exercise (en)

  1. γυμνάζω
  2. ασκώ
    to exercise one's right to ... - ασκώ το δικαίωμά μου να ...