exigible

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
exigible < exiger

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
exigible exigibles

exigible (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Αντώνυμα

[επεξεργασία]