exil

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

exil < λατινικά ex(s)ilium.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛg.zil/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
exil exils

exil (fr) αρσενικό

  1. η εξορία