expansive
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]expansive (en)
- επεκτάσιμος, που μπορεί να επεκταθεί
- εκτεταμένος, ευρύς
- an expansive research work - ευρύ ερευνητικό έργο
- (για άτομα) κοινωνικός και ομιλητικός
expansive (en)