expansive

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

expansive (en)

  1. επεκτάσιμος, που μπορεί να επεκταθεί
  2. εκτεταμένος, ευρύς
    an expansive research work - ευρύ ερευνητικό έργο
  3. (για άτομα) κοινωνικός και ομιλητικός