expansive

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

expansive (en)

  1. επεκτάσιμος, που μπορεί να επεκταθεί
  2. εκτεταμένος, ευρύς
    an expansive research work - ευρύ ερευνητικό έργο
  3. (για άτομα) κοινωνικός και ομιλητικός