Μετάβαση στο περιεχόμενο

expletive

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
expletive expletives

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

expletive (en) (επίσημο)

  • η βρισιά
    παράδειγμα  Don’t use expletives in front of the children.
    Μην χρησιμοποιείς βρισιές μπροστά στα παιδιά.
     συνώνυμα:  δείτε τον όρο swear word