exploder
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɛɡsploˈdɛr/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]exploder (en)
- που εκρήγνυται
- που προκαλεί έκρηξη
- πυροκροτητής
- που απορρίπτει