explosive
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | explosive |
| συγκριτικός | more explosive |
| υπερθετικός | most explosive |
explosive (en)
- εκρηκτικός
a remote-controlled explosive device - τηλεχειριζόμενος εκρηκτικός μηχανισμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| explosive | explosives |
explosive (en)
- το εκρηκτικό, εκρηκτική ύλη
Πηγές
[επεξεργασία]- explosive (adjective) - Oxford Learner's Dictionaries
- explosive (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| explosive | explosives |
explosive (fr) θηλυκό