Μετάβαση στο περιεχόμενο

exportation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
exportation exportations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

exportation (fr) θηλυκό