exposé

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

exposé < exposer

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό exposé exposés
θηλυκό exposée exposées

exposé (fr)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
exposé exposés

exposé (fr) αρσενικό

  1. έκθεση γεγονότων, καταστάσεων κλπ
  2. γραπτή παρουσίαση ενός θέματος με κείμενο και φωτογραφίες