Μετάβαση στο περιεχόμενο

expressly

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
expressly < express + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

expressly (en) (χωρίς παραθετικά, επίσημο)

  1. ρητά
    παράδειγμα  He had been expressly forbidden to go out.
    Του είχε ρητά απαγορευθεί να βγει έξω.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη explicitly
  2. ειδικά
    παράδειγμα  He expressly denounced the cases of torture.
    Κατάγγειλε ειδικά τις περιπτώσεις βασανισμού.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη specifically