exprimable
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| exprimable | exprimables |
Επίθετο
[επεξεργασία]exprimable (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- που μπορεί να εκφραστεί
| ενικός | πληθυντικός |
| exprimable | exprimables |
exprimable (fr) αρσενικό ή θηλυκό