Μετάβαση στο περιεχόμενο

exsequor

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
exsequor < ex + sequor

exsequor

  1. έπομαι, ακολουθώ
  2. εκτελώ, διαπράττω
  3. ερευνώ, βρίσκω
  4. διηγούμαι, περιγράφω
  5. ανέχομαι, υποφέρω
  6. (νομικός όρος) διώκω, τιμωρώ