extend

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

extend (en)

  1. επεκτείνω
  2. παρατείνω
  3. εκτείνω, τεντώνω (το χέρι ή το πόδι)