extracteur

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
extracteur extracteurs

extracteur (fr) αρσενικό

  1. όργανο για την εξαγωγή ενός ξένου σώματος από τον οργανισμό
  2. μηχάνημα που διαχωρίζει το μέλι από το κερί χάρη στη φυγόκεντρο δύναμη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]